Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

Λαϊκή

Δε ξέρω αν ποτέ πριν σκεφτόμουν να σου εξομολογηθώ γραπτώς όλα αυτά. Αλλά βλέπεις, έφτασε ο κόμπος στο χτένι, εσύ στο χείλος του γκρεμού κι εγώ στο αμήν. 
Σε βλέπω και κλαίω. Όχι από λυπηση, ούτε από φόβο. Δε ξέρω πως λέγεται αυτό.. βλέπω εσένα και συνειδητοποιώ τον εαυτό μου.. αυτό γίνεται στην εικόνα σου.
Και βλέπω πόσο στεγνά  και σκληρά  γινονται τα κεφάλια μας , πόσο απελπιστικά όμοια και πόσο δραματικά πνίγονται από τους ίδιους φόβους.. έλα, ξεκόλλα τώρα.. 
Ούτε Άγιος είμαι, ούτε παιδί πια..
Αλλά την υπόσχεση σου θα την κρατήσεις για να μη φοβάμαι:
86, ήσυχα σε μια καρέκλα.. αν θέλω! Γιατί μπορεί να θέλω κι άλλο κι άλλο και να μην αντέχω ούτε αυτό.. όχι από εγωισμό, ούτε από φόβο.. αλλά από μια γαμημενη σιγουριά που μου κληρονομησες.. μαζί με την τρέλα.. τα δάχτυλα, τα σγουρά μαλλια, τον κωλο μου, και τα δόντια μου για να δαγκώνω τους εχθρούς μου.. 
Και να σου πω κάτι; Γάμησε τους όλους! Όλους όμως! Έτσι όπως γιναμε, εγώ μεσήλικη κι εσείς γέροι, δεν έχει κανένα λόγο να αμφισβητεις την αξία σου: έφτιαξες κάτι καλό. Και στο λέω με σιγουριά.
Όχι καλούς ανθρώπους, δεν υπάρχει αυτό το είδος από τη στιγμή που ο ίδιος ο ανθρωπος ορίζει καλό και καλό. 
Έφτιαξες την πιο πολύπλοκη συνάρτηση, μόνο με αγνώστους παρανομαστες, συνθέτες πράξεις και αποτέλεσμα αγάπη. 
Στο σχολείο μας μάθαιναν πως δεν προσθέτουμε μήλα και πορτοκάλια, και πως αν θες να το κάνεις ίσως πρέπει να τα εξισώσεις. Η ζωή μου δείχνει το ακριβώς αντίθετο.. όχι μόνο δεν εξισώνεις, αλλά χωράνε τα πάντα στη σακούλα..και μήλα και πορτοκάλια και κουνουπίδια και λουλούδια στο χερι..

Τρίτη 4 Μαρτίου 2025

κάπως έτσι γίνεται..


Υπήρχε κάποτε, σ’ένα πολύ πολύ πολύ βρώμικο Βασίλειο (από κάθε άποψη), ένα πλάσμα πληθωρικά ευχάριστο και περίεργο. Κανένας δε γνώριζε την καταγωγή του. Έμοιαζε κορίτσι, σκεφτόταν-και όταν κάποιες φορές μιλούσε- σαν αγόρι, αγαπούσε σαν λουδούδι, και η όρεξη του συναγωνιζόταν την κούραση. Είχε πολλά και χαρούμενα μαλλιά, και γινόταν αντιληπτό τις περισσότερες φορές από τα παιδικά μάτια που τα μαγνήτιζε η ασυνήθιστη φόρμα του. Μερικοί έλεγαν μάλιστα, πως ήταν μεγάλη τύχη να το συναντήσεις στο δρόμο σου! Μια τρίχα από αυτό το πολύχρωμο κουβάρι , κι ένα χαμόγελο του άν έκλεβες, με ξόρκι μαγικό από δυο λέξεις μονάχα, έφτιαχνες φυλαχτό καλύτερο κι από λαγοπόδαρο ή κοκκαλάκι νυχτερίδας! Κυκλοφορούσε ελεύθερο, με το ρυθμό του, με τη δική του μουσική στο κεφάλι του.. Δε χοροπηδούσε, μα ούτε και σερνόταν. Με τον καιρό, είχε αποκτήσει της ιδιότητες του χαμαιλέωντα και τις χελώνας (αρχικά προσαρμοζόταν στο περιβάλλον, και μετά, χανόταν μέσα στο μαλλιαρό του κεφάλι) για να προστατεύεται. 

Έτυχε κάποια μέρα να φτάσει στα μέρη εκείνα, σοφός δάσκαλος από μακριά, κι όλοι έτρεξαν για να ακούσουν τις σπουδαίες του κουβέντες. Μαζεύτηκε κόσμος στην πλατεία, από κάθε γωνιά της πόλης, (για κάποιους φυσικά, ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαρία να πουλήσουν και τις πραμάτιες τους), και καθισμένοι , αφού ησύχασαν μασουλόντας τα καλαμπόκια τους, είχε φτάσει η στιγμή να ακούσουν τον μεγάλο του λόγο.. Κάποιος έπρεπε να αρχίσει... κάποιος έπρεπε να μιλήσει.. κανείς... σιωπή.. Κοιταζόντουσαν μεταξύ τους, και κανείς δεν καταλάβαινε τι γινόταν.. Όλοι περίμεναν.. κι ο δάσκαλος περίμενε.. Δεν είχαν την παραμικρή ερώτηση! Είχαν απαντήσεις, λύσεις, εξηγήσεις, αλλά δεν είχαν ούτε μισή ερώτηση! Ώσπου κάποια στιγμή, η σιωπή έσπασε σε χιλιάδες μικρά κομματάκια! Μια φωνή εύθραστη, που κανένας δεν είχε ξανακούσει, βγήκε μπροστά με ενθουσιασμό:
- Καλωσόρισες!!!
Με γουρλωμένα μάτια, και έκφραση έντονης απορίας, στριφογύριζαν τα κεφάλια τους αριστερά-δεξιά καθώς ψαχνόντουσαν μεταξύ τους. Έψαχναν με το βλέμμα τους, να δούνε από πού ακούστηκε αυτή η καθαρή λέξη με την τόσο μεγάλη λαχτάρα. Στην πλατεία που έμοιαζε με λίμνη, κάπου στην άκρη της, ομόκεντροι κύκλοι άρχιζαν να ανοίγουν σιγά-σιγά, ο ένας δίπλα στον άλλο – όπως όταν πετάς μια πετρούλα στο νερό – και να αποκαλύπτουν τον υπεύθυνο της ταραχής. Προς έκπληξη όλων, το πλάσμα με τα χαρούμενα μαλλιά, είχε φτάσει μέχρι εκεί για να συναντήσει τον σοφό. Τον πλησίασε, κι αγκαλιάστηκαν λές και γνωριζόντουσαν απο πάντα. Εκείνο, του έκανε νόημα να σκύψει για να του μιλήσει εμπιστευτικά. Του μιλούσε για κανένα πεντάλεπτο. Αυτός , κουνούσε το κεφάλι του σε ένδειξη κατανόησης και χάϊδευε τα γένια του με μια έκφραση ικανοποίησης. Στο τέλος, λίγο γέλασε και συμφώνησε. Είχε δίκιο..(μέσα στην ταραχή, η τριχόμπαλα, πρόλαβε να κρυφτεί..)

-Δεν έχω να σας πώ πολλά αυτή τη φορά. Για να σκεφτώ αν θα ξαναφέρω τη σοφία μου στον τόπο σας, θα πρέπει να καθαρίσετε το παλάτι, τους δρόμους, τα σπίτια σας, τα ρούχα σας, τα χέρια σας, τα μυαλά σας και τις καρδιές σας. Και τότε θα σας εμπιστευτώ, αλήθειες που είναι γραμμένες στ’ άστρα! 

Μάζεψε την περήφανη παρουσία του, έγινε ταπεινά μικρός, και αποχώρησε από την πλατεία..
Όσοι είχαν μαζευτεί εκεί, τά ‘χασαν! Τί του είχε πεί? Γιατί δε μίλησε σ’αυτούς? Ποιές αλήθειες είναι γραμμένες στ’άστρα και δεν τις βλέπουν? Και πάνω απ’ όλα, γιατί να τα καθαρίσουν όλα αυτά??

Για να μη καθυστερούμε στην ιστορία μας (επειδή προβλέπεται happy end), μαζί μ’ένα τσουβάλι ερωτήσεις που έριξε ο σοφός στα πόδια τους, έσπειρε στου καθένα το μυαλό την περιέργεια και φύτρωσε το πείσμα! Το πείσμα με τη σειρά του, καρποφόρησε, κι έγινε σ’άλλους δύναμη, σε κάποιους ιδέα και σε λίγους έμπνευση.

Μια μανία τους έπιασε όλους να καθαρίζουν τα πάντα! Σκούπες και σαπούνια, επιστρατεύτηκαν στον αγώνα! Σε λίγο καιρό τα πάντα έλαμπαν!!Το Βασίλειο γυάλιζε από χιλιόμετρα μακριά! Όλα έμοιαζαν να είναι καθαρά. Αλλά ο σοφός, πουθενά.. Είχαν αρχίσει να απογοητεύονται..

(«..τα μυαλά σας και τις καρδιές σας..» αυτό πάλι πώς γίνεται???)

Πάνω που είχαν αρχίσει να αμφισβητούν τη “σοφία του σοφού”, έγινε κάτι που κανείς δεν το περίμενε. Το πλάσμα αυτό που για χρόνια θεωρούσαν ακατάδεκτο και φοβισμένο, κυκλοφορούσε στους δρόμους, έμπαινε στα καφενεία, τρύπωνε στα σπίτια και άφηνε –δήθεν- όλους να κλέψουν μια τρίχα από τα χαρούμενα μαλλιά του! Τους αποζημείωνε και μ’ ένα χαμόγελο για την αναστάτωση, κι έτσι, βρέθηκαν όλοι να έχουν τα συστατικά του φυλακτού! Όλοι ένιωθαν ευλογημένοι που θα μπορούσαν να κρατήσουν τη δύναμη της τύχης τους μέσα σ’ ένα κόκκινο μικρό πανάκι!

Μέρα με τη μέρα όλα άλλαζαν. Με τον ήλιο, πλήθαιναν τα γέλια στους δρόμους, και τις νύχτες, πάνω από όλα τα σπίτια στριμοχνώντουσαν όνειρα κι ελπίδες!!!
Κάποιοι λίγοι περίμεναν ακόμα τον σοφό. Οι περισσότεροι ήταν ικανοποιημένοι με τις αλλαγές στον τόπο τους, και δε χωρούσε η καρτερικότητα για το αύριο στο σήμερα.

Καιρό μετά, ένα μεσημέρι, είδαν να πλησιάζει απο μακριά ο δάσκαλος. Τρέξαν όλοι να προλάβουν μια καλή θέση στην πλατεία. Είχαν ήδη μπροστά τους μια αποκάλυψη! Τον υποδέχτηκαν με σεβασμό, έφεραν μια αναπαυτική καρέκλα να καθίσει, κι ένα «καλωσόρισες» ακουγόταν σ’επανάληψη – όπως η ηχώ. Έκαναν ησυχία ν’ ακούσουν τα λόγια του..
-Έχω γυρίσει αυτή τη σφαίρα τόσες και τόσες φορές... Πιο λαμπρό Βασίλειο – πιστέψτε με- δεν έχω δει! Ευλογημένος τόπος είναι εδώ με τόσα χαμόγελα. Μπράβο σας και πάλι, μπράβο σας. Διψάτε να ακούσετε την αλήθεια και ακολουθήσατε τη συμβουλή μου. Αυτό είναι πραγματικά αξιέπαινο! Θα σας εξομολογηθώ κάτι..δεν υπάρχει καμιά αλήθεια γραμμένη στ’ άστρα! Κάθε αλήθεια, είναι γραμμένη γύρω σας και μέσα σας! Γι’ αυτό σας ζήτησα να καθαρίσετε. Για να μπορέσετε να τις δείτε! Κάτω από τόση σκόνη και βρωμιά, περίμεναν μια καλή ευκαιρία για να σας πλησιάσουν. Τα καταφέρατε μια χαρά! Φαντάζομαι πως τώρα όλοι έχετε και τα υλικά για το φυλαχτό..ήρθε η ώρα να φύγω πάλι...
Δε μίλησε κανείς. Και κανένας δε ρώτησε για το ξόρκι...
Ο δάσκαλος σφύριξε δυνατά. Ο πιστός του βοηθός με τα χαρούμενα μαλλιά τον πλησίασε, και πήραν το δρόμο τους...
(εμένα μου φτάνει μέχρι εδώ..και μου περισσεύει! ;-)



Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Τροφή για σκέψη

Ένα τολμηρό
Ανοιχτό βιβλίο
Πάνω στο τραπέζι σου.
Δίπλα σου
Στο κρεβάτι.
Παρέα σου
Στο τρένο
Μέχρι τη δουλειά.
Μαζί σου
Όταν πας για μπύρες.

Κάποιοι
Φοράνε σταυρό
Φυλαχτά από το Άγιον Όρος
Βηματοδότη
Κάποιοι
Κρατάνε ομπρέλα
Ή απλά ένα τιμόνι.

Η γνώση
Μέσα σε σελίδες
Λευκές
Και σειρές από άγνωστες λέξεις
Μέσα από εικόνες όσο είμαστε παιδιά.
Μην περιμένεις εκπλήξεις.
Ένα τολμηρό
Ανοιχτό βιβλίο
Με κάποια σκίτσα
Και σημειώσεις
Δεν έχει δόντια.

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Νιάου..

9

Μέσα στο μαγαζάκι, διάφορα μικροαντικείμενα, και συ διαλέγεις δύο μικρές κορνίζες: μια με μια πιπεριά αποξηραμένη κι ένα ακόμα με κόκκους από πιπεριά, για να στολίσεις το σπίτι σου.
Έχω βγει και σε περιμένω έξω. Δε θα τα έπαιρνα ποτέ για διακοσμητικά.
(...)
Βρέθηκα να κρατάω στα χέρια μου, ένα σακουλάκι με νεράτζι. Όχι καρπούς σε μορφή φρουί-γλασέ ή του κουταλιού. Σαν να ήταν γλυκά μικρά κλαδιά με ανθούς στην άκρη, μια περίεργη γεύση, και το άρωμα πιο έντονο από ποτέ. Τσιμπολογούσα.
(...)
Πάνω σ'ένα καράβι, τα λέγαμε με τον καπετάνιο, την ώρα που έπαιρνε τη στροφή για να μπει στο λιμάνι. Του μιλούσα από το μπάνιο, που στέγνωνα τα μαλλιά μου.

(Πρωινός καφές και τσιγάρα στις 4 με τον πατέρα. Η συζήτηση υπό συνθήκες ηρεμίας και κατανόησης. Πού να βρω λέξεις να εξηγήσω τις αλυσιδωτές αντιδράσεις της εγκεφαλικής μου λειτουργίας; Τέτοια ώρα..
Κι αν υπάρχουν, η καρδιά δεν τις αφήνει να ταξιδέψουν με τέτοια μποφόρ.)

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Plus+

(..)

Crawling back..

https://www.youtube.com/watch?v=1tWFk8ojF4M&feature=youtube_gdata_player

Πού;

(Σε κάποιο σημείο πάνω στην υδρόγειο, δύο άνθρωποι θα αγκαλιάζονται, θα χάνονται ο ένας στη ματιά του άλλου, θα φιλιούνται και θα ορκίζονται στο όνομα της αγάπης, θα χαμογελάνε, θα προχωράνε μαζί, και θα είναι πραγματικότητα.)

(Εγώ εξορίστηκα να ζήσω σε άλλο πλανήτη. Χωρίς νερό, χωρίς γη, χωρίς αγάπη. Ούτε χρόνο δεν έχει εδώ που είμαι.)

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Κοίτα!!!

Στη μέση της Ερμού, νιώθω την καρδιά μου να σφίγγεται.
Κι ενώ όλοι γελάνε, και βγάζουν φωτογραφίες, εγώ έχω μπροστά μου την εικόνα της ζωής που προσπαθούσα να ζήσω: Εμείς μέσα σε μια φούσκα. Μεγάλη! Να μη χωράει τίποτα άλλο, πέρα από εμάς τους δύο και την αγάπη.

(Κάποιοι επιτήδειοι απλώναν τα βρωμόχερά τους και τις διέλυαν, κάποιοι άλλοι πηδούσαν, και με το κεφάλι τους σημαδεύαν αυτές που φτάναν πιο ψηλά.
Πόσο βία βγάζει ο κόσμος μπροστά στο απλό και το χαρούμενο..)

(όταν βαριέμαι να γράφω)

Διαβάζω.

(..ακόμα και μικρές Αγγελ-ίες)

Και είπε αυτός:

Living is easy with eyes closed
Misunderstanding all you see...

iporta.gr: Η τέλεια οδύνη

iporta.gr: Η τέλεια οδύνη: Α ν σε ρωτήσω, ποια είναι τα διαμάντια της ζωής σου, πρόσεξε τι θα απαντήσεις. Πού θα στρίψεις το όχημα: στα πράγματα ή στα συναισθή...

Sunday morning! Τί καλά!!

(Έχω περιορίσει τις λέξεις μου σε: καλημέρα, ναι, όχι, θα δω, και καληνύχτα. Όχι, ότι συνεννοούμε και με κανέναν, αλλά για να δηλώνω παρούσα κάθε φορά που κάποιος απευθύνεται σε μένα)

Πάνω
Πάνω
Πάνω
Κάτω
Πάνω
Κάτω
Πιο κάτω
Πάτος
Πάνω
Στο Θεό
Κάτω πάλι..

(Δε ξέρω που ακριβώς βρίσκομαι αυτή τη στιγμή. Ζαλίζομαι κι ανακατεύομαι.)


Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Κοίτα κάτι πράγματα

Στη γωνία Μενάνδρου και Ζήνωνος, κάθε πρωί σχεδόν, έλεγα καλημέρα στον γύρο που περήφανα ξεκινούσε την καταδίκη του στη φωτιά.
Σιχαμένη μυρωδιά.

Τώρα πια του μοιάζω -σε οριζόντια θέση στο κρεβάτι.
Ψήνομαι και λιγοστεύω
Αργά και βασανιστικά
Και δεν ακούω ούτε καληνύχτα
Ούτε καλημέρα

Κι αυτό σιχαμένο.

Τρελός

Λίγο πριν κοιμηθώ -ναι, στις 10- με βασανίζει μια σκέψη.
Κι άλλη μια..
Κι άλλες δυο πιο πίσω..
Και με βγάζουν απ'το δρόμο που προσπαθώ να παραμείνω.
Στρίβω ένα τσιγάρο, και ξαπλωμένη γεμίζω καπνό μέχρι τα πέλματα.
Σηκώνομαι νευρικά, πίνω νερό με το ζόρι, κι επιστρέφω στη δίνη μου.
Στριμώχνονται κι άλλες, κι άλλες, μαζί με τον καπνό, και το νερό, και τα νεύρα.
Σκέψεις, χωρίς χρώμα και σχήμα ακαθόριστο.
Σηκώνομαι πάλι, αυτή τη φορά χωρίς ζόρι για νερό.

Μέχρι να πάει 4 το πρωί και να φτιάξω καφέ. Πριν κοιμηθώ.

Κοίτα,
Δε ξέρω για σένα
Αλλά για μένα
Τα βράδυα
Είναι απίστευτα γεμάτα
Αγριότητα

και σκέψεις, έτσι; Μην το ξεχνάμε.

-Τί λέει;

(Βιάζω τα μάτια μου να κλείσουν, τα αυτιά μου να σταματήσουν να ακούνε, και καταδικάζω τις ώρες μου σε απραξία και απάθεια.
Μέχρι να ξημερώσει..
Και να συνεχίσω να είμαι σε κατάσταση άρνησης.)

(Οκτώβρης μήνας, νεκρός κι αδιάφορος, ουδέτερος κι ασήμαντος, δεν έχει να μου δώσει και πολλά.
Παραμιλάω και κάνω παρέα με σκιές.)

(Πού να χωρέσω τόσο άδειασμα, μωρέ;)

Always on my mind..

https://www.youtube.com/watch?v=BY8yfdDhSD4&feature=youtube_gdata_player

(ο κόσμος φοβάται το "πολύ"..)

Αν δεν είχα αυτόν τον πονοκέφαλο
Και αυτή τη ζαλάδα
Και τόσο βαρύ άδειο στομάχι
Αν τα μάτια μου δεν ήταν τόσο βαριά
Και δεν πονούσαν τα πόδια μου από το ατέλειωτο περπάτημα
Κι αν είχα μια μικρή υποψία από οστό στα μούτρα μου, για να το σπάσω ξανά
Κι αν οι μέρες που πέρασαν μου άφηναν ένα νανογραμμάριο ελπίδας
Και δεν ήταν τόσο σκληρές μαζί μου
Δε θα χρειαζόταν να σκεφτώ ούτε ένα "πώς;"
Γιατι δεν έχω "γιατί;"
Θα ήμουν εκεί
Το ξέρω.

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Πέμπτη

Δεν έχω συνηθίσει. Ούτε και πρόκειται.
Κανένα πρωινό δεν είναι πια δικό μου, και κανένα βράδυ δε μου ανήκει.
Έχουν όλα κλειστεί στο χρόνο.
Έχουν αφήσει χώρο.
Και δε με χωράει.

(Βρέχει, και κρυώνω, και δε γελάω καθόλου πια και με τίποτα. Κι αν κάτι με πονάει περισσότερο, είναι η απλότητα που μου επέβαλε ένα ετεροκαθοριζόμενο Εγώ.)